ιστορία
Ιστορική αναδρομή: Οι αξιόλογες Κορωπιώτισσες

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

 

 

Γράφει ο Γιάννης Πρόφης

 

Στην αίθουσα του Συλλόγου Γυναικών Κορωπίου «Στοργή» και σε πυκνό ακροατήριο μίλησε ο Γιάννης Πρόφης την Κυριακή 10 Μαΐου, επ’ ευκαιρία της Γιορτής της Μητέρας, με θέμα: «Αξιόλογες Κορωπιώτισσες από τον 19ο μέχρι και τα μέσα του 20ού». Το κείμενο της ομιλίας του έχει ως εξής:

 

        Γνωρίζω ότι δεν είναι καθόλου εύκολο αυτό που επιχειρώ, γιατί η αξιολόγηση προσώπων είναι θέμα κατ’ εξοχή υποκειμενικό. Όμως δε γίνεται αλλιώς. Το δικαίωμα της επιλογή ανήκει αναγκαστικά σ’ αυτόν που έχει την πρωτοβουλία να παρουσιάσει αυτό το θέμα. Θα διευκρινίσω επίσης ότι αναφέρομαι σε γυναίκες που ανέπτυξαν τη δραστηριότητά τους μέχρι τη δεκαετία του 1950. Και τούτο γιατί πρέπει να μας χωρίζει αρκετά μεγάλη χρονική απόσταση από τα γεγονότα μέχρι σήμερα, ώστε η αξιολόγηση να γίνεται όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμα και όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά.  

 

        Και αρχίζουμε με την αρχαιότερη γνωστή αξιόλογη Κορωπιώτισσα που είναι η ηρωική:

 

 

     1. ΣΤΑΜΑΤΑ ΠΑΠΑ-ΣΙΔΕΡΗ

 

Η μοναδική γνωστή μεσογείτισα αγωνίστρια του 1821

 

       

 Είναι η μοναδική γνωστή αγωνίστρια της Επανάστασης του 1821 στο Κορωπί και ίσως και στα Μεσόγεια.  Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε κάποια λεπτομέρεια για την καταγωγή και τη δράση της. Η πιθανότητα να μην είχε καταγωγή από το Κορωπί είναι πολύ μικρή, αφού οι γάμοι μεταξύ μη Κορωπιωτών ήσαν την εποχή αυτή πολύ σπάνιοι. 

 

        Η Σταμάτα ήταν σύζυγος του παπα-Σιδέρη Λάμπρου και γιαγιά του Ολυμπιονίκη Γεωργίου Σαράντη Παπασιδέρη. Το όνομα Σταμάτα δεν προκύπτει από την παράδοση, αλλά από τον πίνακα των δωρητών για την ανέγερση του ναού της Αναλήψεως του 1858, όπου μάλιστα σημειώνεται και το ποσό των 21,40 δραχμών που διέθεσε.

 

        Κατά την κηδεία της, τής αποδόθηκαν στρατιωτικές τιμές, όπως σημειώνει  στο σκαρίφημα του οικογενειακού γενεαλογικού δέντρου ο Κώστας Αναστ. Χατζηδήμας. Προσθέτει μάλιστα ότι αυτή υπήρξε οπλαρχηγός στον αγώνα. Αυτό όμως θα πρέπει μάλλον να το αποκλείσουμε, γιατί αν πράγματι ήταν αληθές, θα είχε οπωσδήποτε αναφερθεί από τους συγγραφείς της ιστορίας του Αγώνα, όπως π.χ. από τον Μακρυγιάννη, αφού θα ήταν μια άκρως εξαιρετική περίπτωση. Ασφαλώς όμως θα έπαιξε κάποιον ηγετικό ρόλο τουλάχιστον στα Μεσόγεια..

 

        Νομίζω ότι προς τιμή της θα πρέπει να δοθεί το όνομά της σε μια από τις οδούς του Κορωπίου.

 

 

2. ΠΑΓΩΝΑ σύζ. ΑΝΤΖΕΛΗ ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΗ

 

Η δυναμική «σπάνια» γυναίκα με το μαθηματικό μυαλό

 

        Η προσωπικότητα και η δραστηριότητα της παλιάς αυτής Κορωπιώτισσας κινείται στα όρια του θρύλου, αφού η προφορική παράδοση μόνο δυο πράγματα μπόρεσε να συγκρατήσει:

 

α) Αν και ήταν εντελώς αγράμματη, είχε δυνατότητα να εκτελεί από μνήμης σύνθετες αριθμητικές πράξεις, δηλ. προσθέσεις, αφαιρέσεις, διαιρέσεις κ.λ.π. Εργαζόταν στο κατάστημα του συζύγου της και ποτέ δεν έπεφτε έξω στους από μνήμης υπολογισμούς της. Πολλοί ήσαν αυτοί που της έφερναν κάποιο μαθηματικό πρόβλημα μοιρασιάς ή πολλαπλασιασμού, που τους απασχολούσε, για να τους το επιλύσει.   

 

β) Όταν κάποιο βράδυ βρισκόταν εντελώς μόνη της στο σπίτι, μπήκαν ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο δύο ληστές για να κλέψουν και ποιος ξέρει τι άλλο ήθελαν να της κάνουν. Τότε η Παγώνα όρμησε κατά πάνω τους και με δυνατά χτυπήματα κάτω από τη μέση τους εξουδετέρωσε και τους ξάπλωσε κάτω. Έτσι γλύτωσε από την κλεψιά και ίσως και από τον βιασμό. Δεν είναι γνωστό τι απόγιναν στη συνέχεια οι επίδοξοι ληστές.

 

        Οι πιο πάνω ικανότητες και δεξιότητες της έδωσαν το παρωνύμιο «σπάνια». Όμως στα αρβανίτικα η λέξη αυτή προφέρθηκε σαν «σπάνιλια», γι’ αυτό ήταν γνωστή ως «Σπάνιλια».

 

        Το όνομα της Παγώνας Παπαμιχάλη υπάρχει στον κατάλογο των συνδρομητών για την ανέγερση του ναού της Αναλήψεως των ετών 1858 – 1864, όπου αναγράφεται και το ποσό των 8.50 δραχμών που διέθεσε. Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των εκατοντάδων δωρητών, περιλαμβάνονται μόνο 12 γυναίκες, μεταξύ αυτών και η «Σπάνιλια».  

 

 

 

3. ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΓΙΑΤΡΙΣΣΕΣ

 

        Νομίζω ότι τώρα πρέπει να αναφερθώ και στις πρακτικές γιάτρισσες, γιατί αυτές πρόσφεραν αφιλοκερδώς μεγάλες υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο, σε εποχές που δεν υπήρχαν επιστήμονες γιατροί για να περιθάλψουν τους ασθενείς ή και αν υπήρχαν δεν υπήρχε δυνατότητα αμοιβής τους από τους πτωχούς. Έτσι η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων κατέφευγε στις πρακτικές γιάτρισσες. Από τις πολλές θα αναφέρω μόνο τρεις:  

 

 

α) Χατζηβασίλαινα (γιάτρισσα). Αναφέρεται στον κατάλογο συνδρομητών και δωρητών για την ανέγερση του ναού της Αναλήψεως Κορωπίου. Από την προφορική παράδοση δεν διαθέτουμε προς το παρόν κανένα άλλο στοιχείο σχτικό με την ανωτέρω. Αν κάποια γνωρίζει κάτι περισσότερο γι’ αυτήν μπορεί να μου το πει.

 

 

β) Κατίγκω σύζ. Νικ. Κουλοχέρη («Νικοκολοχέραινα», 1900 – 1986)

         

Καταγόταν από την οικογένεια Τσάκου και ήταν ξακουστή για την ικανότητα θεραπείας διαστρεμμάτων – εξαρθρώσεων και λοιπών συναφών κακώσεων των οστών των χεριών και των ποδιών. Για την θεία Κατίγκω η Αγγελική Τσεβά γράφει:

 

«Η θειά Κατίγκω Νικοκουλοχέραινα ακόμα και στα 85 της έφτιαχνε τα σπασμένα χέρια, πόδια, εξαρθρώσεις. Είχε ένα δικό της τρόπο γι’ αυτό. Έτριβε πρώτα το χέρι στο σημείο του σπασίματος και ένωνε με βοηθό την αφή τα σπασμένα κομμάτια. Κρατώντας τότε ακίνητο τον ασθενή, ετοίμαζε γρήγορα – γρήγορα μιαν αλοιφή με αβγό – αλεύρι – λιβάνι. Την άλοιφε πάνω σε ένα μεγάλο κομμάτι βαμβάκι και το τύλιγε γύρω από την πάσχουσα περιοχή. Όταν στέγνωνε η αλοιφή, γινόταν πιο σκληρή και από το γύψο.

 

        Η Κατίγκω Νικοκουλοχέραινα διδάχτηκε τα παραπάνω από την πεθερά της Μαρία Αθανασίου Κουλοχέρη, που όταν πέθανε είχε περάσει τα εκατό. «Η πεθερά μου, λέει η θειά Κατίγκω, ήξερε και μιαν άλλη αλοιφή: Ανακάτευε τραμουντίνα (αγνό ρευστό ρετσίνι), λάδι ελιάς, κερί, κουνουπίτσα (λυγαριά) και αντί βαμβάκι την άλειφε πάνω σε μαλλιά προβάτου». (Βλ. Πρακτικά Θ΄ Επιστημονικής Συνάντησης ΝΑ Αττικής, Λαύριο, Απρ. 2000, έκδοση Καλύβια Θορικού 2008, ανακοίνωση Αγγελικής Τσεβά, σ. 199).

 

        Επίσης ο Χρήστος Σωτ. Δήμας (ο γυμναστής) στο πρόσφατο βιβλίο του «Η όμορφη γειτονιά μου, το Μπούρτζι», γράφει τα εξής:

 

«Η Νικοκολοχέραινα ήταν μια πρακτική γιάτρισσα, ικανότατη και αποτελεσματική στην θεραπεία των καταγμάτων και γενικά στις κακώσεις των οστών. Πλήθος πασχόντων ήσαν τακτικοί επισκέπτες της γιάτρισσας που ποτέ και με τίποτα δε δεχόταν την παραμικρή αμοιβή. Ακόμα και τα θεραπευτικά γιατροσόφια της ήσαν δικά της έξοδα».

 

 

 

γ) Μαρία, σύζ. Σωτήρη Δήμα («Νταντά»).

 

          Η θεία Μαρία, η «Νταντέσα», είχε ειδικότητα στα σπυριά – πληγές – αφαλό – δοθιήνες («καλόγηρους»). Επίσης στους λεμφαδένες ή λεμφογάγλλια (αρβ. grëndëla), που εμφανίζονται περισσότερο στο λαιμό, στις μασχάλες και στη βουβωνική χώρα.    Αντιμετώπιζε τις πιο πάνω παθήσεις κυρίως με αλοιφές, που ετοίμαζε μόνη της από κερί – λάδι – μέλι, ακόμη και με κρεμμύδι ξερό, ωμό ή βραστό.  

 

       Εντυπωσιακή είναι η διήγηση σχετική με μια διάγνωση καρκίνου που έκανε κάποτε η πιο πάνω γιάτρισσα:

 

       «Κάποτε μια γυναίκα επισκέφτηκε την θεία Μαρία για να της γιατρέψει κάποια πληγή που είχε στο δέρμα της. Η θεία Μαρία όταν την εξέτασε, αντιλήφθηκε ότι η περίπτωση ήταν πολύ σοβαρή και η ίδια δεν μπορούσε να αναλάβει τη θεραπεία της. Είπε τότε στην πάσχουσα: «Εγώ δεν μπορώ να σε γιατρέψω, γιατί η αρρώστια που έχεις είναι πολύ επικίνδυνη. Πρέπει να πας γρήγορα σε κανονικό γιατρό γιατί η πληγή είναι gërthëlja! (αρβ. = καβούρι, καρκίνος). Εδώ πρέπει να πούμε ότι άλλη ασθένεια είναι η grëndëla (= γάγγλιο) και άλλη η gërthëlja. Υποθέτω ότι η συγκεκριμένη πιο πάνω περίπτωση ήταν μέλανωμα, δηλ. καρκίνος του δέρματος.

 

        Στις πρακτικές γιάτρισσες δεν συμπεριλαμβάνω φυσικά τις «ξεματιάστρες», γιατί το ξεμάτιασμα είναι κάτι το μεταφυσικό, με αμφίβολα αποτελέσματα και δεν αποτελεί πρακτική ιατρική. 

 

 

Φεύγουμε τώρα από τις πρακτικές γιάτρισσες και ερχόμαστε σε μια εξαιρετική περίπτωση, την

 

 

4. ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΜ. ΜΑΡΓΕΤΗ (1884 – 1986)

 

Η αστείρευτη πηγή της λαογραφίας

       

Η γιαγιά Ελένη Κιούση, γεννήθηκε στην Παιανία το 1884 και  ήταν κόρη  ιερέα Σταμ. Μαργέτη. Παντρεύτηκε στο Κορωπί το έτος 1910 τον Δημήτριο Νικ. Κιούση, πατέρα του διδάσκαλου Νίκου Κιούση και του αυτοδίδακτου μουσικού Χρήστου Κιούση. Είναι η γιαγιά του νυν δημάρχου Κορωπίου Δημήτρη Ν. Κιούση.

 

        Υπήρξε η κυριότερη πηγή των λαογραφικών πληροφοριών μου, «η αστείρευτη λαογραφική πηγή», όπως την αποκαλώ. Απεβίωσε στο Κορωπί το 1986, σε ηλικία 102 ετών.

 

        Ας σημειωθεί ότι η γιαγιά Ελένη δεν θυμόταν μόνο ιστορίες, ήθη κι έθιμα από εμπειρίες της δικής της εποχής, αλλά και από τις διηγήσεις των γιαγιάδων και προγιαγιάδων της, που έφταναν μέχρι τους χρόνους της Ενετοκρατίας! Το πλέον εκπληκτικό που μου είχε διηγηθεί ήταν το εξής: «Μου είχαν πει οι γιαγιάδες μου ότι τα παλιά χρόνια στα μέρη μας ζούσανε άνθρωποι λογιών – λογιών: Αυτοί όταν μετρούσαν λέγανε: Ούνο – ντούο – τρε – (ιταλ. Unoduotre). Είναι επομένως φανερό ότι η γιαγιά της γιαγιάς της αναφερότανε στην περίοδο της Ενετοκρατίας !. Της Ελένης Κιούση αξίζει να της  γίνει κάποτε ειδικό  αφιέρωμα.

 

 

        Και τώρα η σειρά μιας ηρωικής Κορωπιώτισσας γυναίκας, που είναι η:   

 

 

5. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΑΝΑΣΤ. ΛΟΥΚΑ (1908 – 1993)

 

Παραλίγο στο εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών

 

       

Το 1943, κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, η Παναγιώτα Αναστ. Λουκά («Φράντζα»), το γένος Ντούνη ή Νικολού, περιμάζεψε και περιέθαλψε τον αμερικανό επισμηναγό John OLcary. Το αεροπλάνο του αυτού του πιλότου βλήθηκε από άλλο γερμανικό κατά την αερομαχία που έδωσε πάνω από το Κορωπί και αυτός κατέπεσε με το αλεξίπτωτό του, κοντά στο χωράφι της βαριά τραυματισμένος. Η απλή αυτή γυναίκα, που δεν ανήκε φυσικά σε καμιά αντιστασιακή οργάνωση,   περιέθαλψε τον πιλότο στο υπόγειο του σπιτιού της επί τριήμερο, αν και γνώριζε τους κινδύνους απ’ αυτήν την πράξη της. Στη συνέχεια συνεννοήθηκε με παράγοντες της Αντίστασης, που τον φυγάδευσαν στη Μέση Ανατολή. Κάποιος όμως την πρόδωσε στους Γερμανούς, με συνέπεια να συλληφθεί στην ταβέρνα του αδελφού της στην Πλάκα, να φυλακιστεί και να βασανιστεί επί 5 μήνες (από Νοέμβριο 1943 έως 30 Μαρτίου 1944). Οι Γερμανοί ζητούσαν να αποκαλύψει τους συνεργάτες της, απειλώντας την με εκτέλεση. Αυτή όμως αρνήθηκε να τους αποκαλύψει, κρατώντας το στόμα της ερμητικά κλειστό. Είχε τρία μικρά παιδιά, το Σπύρο, το Μιχάλη και τον Αντώνη, που την εποχή εκείνη ήσαν ανήλικα και ο μικρότερος ήταν μόλις 4 ετών. Ο Αντώνης θυμάται τώρα κάποιους στίχους που η μητέρα του σύνθεσε για την περιπέτειά της:

Εγλύτωσα απ’ τη φυλακή

και θέλω να πεθάνω ελεύθερη

σε χώμα ελαφρύ.

Αν πέθαινα στη φυλακή

οι Γερμανοί θα με πετούσανε

σαν το παλιό ασκί.

 

        Τώρα θα δούμε δυο γυναίκες με αξιόλογη καλλιτεχνική κλίση. Η πρώτη απ’ αυτές είναι η:

 

 

6. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΛΑΖΟΥ ΜΙΧΑΗΛ (1887 – 1973)

 

Η … οικοδόμος και καλλιτέχνης

 

      

Η Βασιλική Μιχαήλ υπήρξε ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική και «πολυτεχνική» προσωπικότητα, με γραμματικές γνώσεις του τετρατάξιου τότε δημοτικού σχολείου. Ήταν αδελφή του συμβολαιογράφου ζωγράφου και γλύπτη του Παναγιώτη Μιχαήλ. Ο πατέρας της Λάζος την είχε από μικρή ηλικία βοηθό στις οικοδομικές του εργασίες, γι’ αυτό είχε μάθει καλά την τέχνη του χτίστη. Η ίδια είχε κάνει στο σπίτι του δεύτερου συζύγου της, του δάσκαλου Βαγγέλη Δ. Γκίκα, διάφορες κατασκευές, άριστης ποιότητας, όπως φούρνους και δεξαμενή νερού, χωρίς βοηθούς. Είχε φιλοτεχνήσει επίσης μόνη της και αριστουργηματικό γλυπτό από πηλό (αυτοπροσωπογραφία, ύψους 13 εκ.), ζωγράφιζε σκίτσα σε χαρτί και έκανε από μνήμης εργόχειρα και κεντήματα. Για το λόγο αυτό ο κόσμος την αποκαλούσε «δασκάλα», όχι τόσο γιατί ήταν σύζυγος δασκάλου, όσο για τη δική της ξεχωριστή προσωπικότητα.

 

 

Αριστερά η Βασιλική σύζ. του δάσκαλου Ευάγγελου Γκίκα και δεξιά το γλυπτό αριστούργημά της.

 

 

 

        Η άλλη γυναίκα με την ξεχωριστή καλλιτεχνική κλίση είναι η:

 

7. ΑΜΑΛΙΑ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΣΩΦΡΟΝΗ (1897 - 1978)

 

Τιμή στο λαϊκό εργόχειρο και διεθνές βραβείο

    

 Η Αμαλία Σωφρόνη, το γένος Τσάκου, ήταν αδελφή της πρακτικής γιάτρισσας Κατίγκως Νικοκουλοχέραινας, για την οποία κάναμε λόγο προηγουμένως. Η Αμαλία Σωφρόνη παίρνει συμβολικά εδώ θέση μεταξύ των καλλιτεχνών, για να τιμηθεί, πέραν της ακαδημαϊκής, και η λαϊκή καλλιτεχνική δημιουργία. Η δραστηριότητα της Αμαλίας άρχισε το  1915, όταν η Λουκία Ζυγομαλά δημιούργησε σχολές εργόχειρων σε χωριά της βόρειας Αττικής, της Βοιωτίας και των Μεσογείων με την επωνυμία «Αττική, ελληνικά χωρικά κεντήματα». Η Λουκία, το γένος Μπαλάνου, από την Ήπειρο, ήταν σύζυγος του Αντωνίου Ζυγομαλά, ο οποίος είχε καταγωγή από τη Χίο και το Κρανίδι και είχε χρηματίσει βουλευτής και υπουργός Παιδείας.

 

        Όταν η Ζυγομαλά ήρθε στο Κορωπί, ζήτησε να συναντήσει κοπέλες που ήδη γνώριζαν την τέχνη του κεντήματος ή ενδιαφέρονταν να τη μάθουν, για να ενισχύσουν το οικογενειακό τους εισόδημα από τις πωλήσεις των εργόχειρων. Τότε ο πατέρας της Αμαλίας, πολιτικός φίλος του συζύγου της, της συνέστησε την κόρη του  Αμαλία, η οποία της έδωσε δείγματα του ταλέντου της κεντώντας ένα σχέδιο με πεταλούδες. Η Λουκία ενθουσιάστηκε από το αποτέλεσμα και γρήγορα ανέθεσε στην Αμαλία καθήκοντα δασκάλας της σχολής.

          

 

        Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι της Αμαλίας. Η εργασία της Αμαλίας δεν περιοριζόταν μόνο στο καθαυτό εργόχειρο, αλλά επεκτεινόταν και σε τροποποιήσεις των σχεδίων και των χρωμάτων. Η Λουκία Ζυγομαλά έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τη γνώμη της και γι’ αυτό την είχε πάντοτε μαζί της τόσο για τη διευθέτηση της μόνιμης έκθεσης του πρατηρίου κεντημάτων της Αθήνας στην οδό Βουλής 7, όσο και της έκθεσης στο εξοχικό της σπίτι στο Κακοσάλεσι (Αυλώνα), που λειτουργεί μέχρι σήμερα ως Μουσείο. Έργόχειρα της Αμαλίας έχουν βραβευτεί στην Έκθεση Επιπλώσεων Σαλονιών, που έγινε το 1925 στο Παρίσι.

 

         Το 1935, μετά από 30ετή εργασία, σταμάτησε την απασχόλησή της στο κέντημα, λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων. Ενδεικτικό της εκτίμησης της Λουκίας Ζυγομαλά προς την Αμαλία είναι ότι της διέθεσε με τη διαθήκη της 300  χρυσές λίρες, τις οποίες όμως ουδέποτε εισέπραξε, λόγω κάποιου λανθασμένου νομικού χειρισμού. 

 

        Τώρα, για να τιμήσουμε τις Κορωπιώτισσες δασκάλες, που μέχρι σήμερα αριθμούνται σε πολλές δεκάδες, θα αναφέρουμε μόνο τις τρείς πρώτες, που είναι:

 

8. ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΑΡΙΑ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ και ΕΛΕΝΗ Ν. ΓΚΙΚΑ

 

Οι πρώτες Κορωπιώτισσες δασκάλες

   

 α) Η Μαρία (1900 – 1994) υπήρξε η πρώτη Κορωπιώτισσα δασκάλα. Όταν τελείωσε το δημοτικό, ο πατέρας της δεν είχε πρόθεση να την αφήσει να συνεχίσει τις σπουδές της. Εκείνη τότε μελαγχόλησε, δε μιλούσε σε κανέναν, αρνιόταν ακόμη και να δεχτεί φαγητό. Μπροστά στην επιμονή της να γίνει δασκάλα, ο πατέρας της την έστειλε εσώκλειστη στο Αρσάκειο, απ’ όπου απεφοίτησε ως δασκάλα σε ηλικία 17 ετών. Διορίστηκε στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Κορωπίου, στο οποίο αργότερα έγινε διευθύντρια. Παντρεύτηκε το συμβολαιογράφο Ευάγγελο Καλαχάνη.

 

    β) Η Αφροδίτη (1905 – 1973) όταν τελείωσε το δημοτικό, παρακολούθησε μαθήματα εργοχείρων στη σχολή Ζυγομαλά, αλλά η επιθυμία της ήταν να γίνει και αυτή δασκάλα. Μετά από 5 χρόνια αποχής από το σχολείο, ο πατέρας την έστειλε στο Αρσάκειο, απ’ όπου αποφοίτησε ως δασκάλα. Διορίστηκε αρχικά στο Λιόπεσι (Παιανία) και κατόπιν στο 1ο Δημοτικό Κορωπίου. Παντρεύτηκε τον δικηγόρο Κων. Γεωργακόπουλο και απόκτησε 6 παιδιά. Στα διαλείμματα των μαθημάτων έφευγε από το σχολείο και πήγαινε στο σπίτι της για να θηλάσει κάποιο μωρό της, να φροντίσει τα υπόλοιπα και κατόπιν επέστρεφε στο σχολείο. Χαρακτηριστικό της μεθόδου διδασκαλίας της ήταν ότι ποτέ δεν κράτησε βέργα στο χέρι της.

 

     γ) Η Ελένη (1907 – 1982) μετά το δημοτικό φοίτησε στο Αρσάκειο χωρίς καμιά διακοπή. Αποφοίτησε σε ηλικία 17 ετών και διορίστηκε στο 2ο Δημοτικό. Όπως και η αδελφή της Αφροδίτη, δεν κράτησε στο χέρι της βέργα. Ήταν πολύ αγαπητή στους μαθητές της, γιατί τους δίδασκε μαθήματα κιθάρας και τραγουδούσε.

 

Η τελευταία αξιόλογη Κορωπιώτισσα που θα αναφέρω, με πολύπλευρο ταλέντο και πολύπλευρες δραστηριότητες είναι η:

 

9. ΜΑΙΡΗ ΑΡΙΣΤ. ΓΚΙΚΑ – ΡΟΜΠΟΚΟΥ (1913 - 2001)

 

Η εθελόντρια νοσοκόμος της Κατοχής που είχε σύνθημα

το «Προσφέρω και δεν προσδοκώ»

 

            

Η Μαίρη Αρ. Γκίκα γεννήθηκε στο Κορωπί το 1913 και απεβίωσε στην Αθήνα το 2001. Ήταν κόρη του γιατρού και πρώτου κοινοτάρχη Κορωπίου Αριστείδη Γκίκα και της Αγλαΐας Ιερομνήμονος. Τελείωσε το Γυμνάσιο Κορωπίου και γνώριζε τρεις ξένες γλώσσες: Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά. Υπήρξε μέλος του Δ. Σ. του Λυκείου Ελληνίδων των Αθηνών.

 

        Στις 9 Οκτωβρίου 1944, ημέρα που το Κορωπί έζησε το πιο δραματικό γεγονός της ιστορίας του, η Μαίρη Γκίκα μίλησε με απίστευτο θάρρος στον επικεφαλής του γερμανικού «Τάγματος Θανάτου» που μπήκε μαζί με άλλους στρατιώτες στο σπίτι της. Του εξήγησε στη γερμανική γλώσσα, που γνώριζε πολύ καλά, ότι αυτοί που έκαναν την εναντίον τους επίθεση δεν ήσαν Κορωπιώτες και τον έπεισε να σταματήσει τις δολοφονίες και την πυρπόληση των σπιτιών. (Όπως και η ίδια γράφει, το ίδιο έπραξε και ο χημικός Δημητράκης Ιω. Στεργίου). Μετά το μακελειό, μαζί με τον γιατρό πατέρα της, περιέθαλψε τους τραυματίες. Τα τραγικά αυτά γεγονότα περιγράφει στο βιβλίο της Οδοιπορικό Μνήμης (1998),  στο κεφάλαιο με τίτλο «Η Φωτιά». Για τις πράξεις αυτές τιμήθηκε με παράσημα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, της Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας κ.α. Εκτός από το πιο πάνω βιβλίο, το οποίο διανθίζει με πολλά δικά της ποιήματα, εξέδωσε και το βιβλίο «Η Αττική και η πολύτιμη γυναικεία φορεσιά της» (1982).

 


Όνομα:
Σχόλιο:
 
 
Created by | INCOM CMS