Στο Συμβούλιο της Επικρατείας μεταφέρεται εκ νέου, τον Νοέμβριο του 2026, η πολυετής αντιπαράθεση μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Δήμου Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης για μια τεράστια έκταση 362 στρεμμάτων στη Βουλιαγμένη, σε μία υπόθεση με σημαντικές πολεοδομικές, περιβαλλοντικές αλλά και οικονομικές προεκτάσεις.
Η υπόθεση έχει ήδη περάσει από αρκετά στάδια και έχει οδηγηθεί στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο μετά την αποτυχία των προσπαθειών για εξωδικαστική λύση. Η συζήτηση στο ΣτΕ έχει αναβληθεί δύο φορές και πλέον αναμένεται να προσδιοριστεί εκ νέου για τον Νοέμβριο.
Εφόσον η υπόθεση συζητηθεί κανονικά, η έκδοση απόφασης εκτιμάται ότι θα μπορούσε να γίνει την άνοιξη του 2027, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται νέες καθυστερήσεις. Η τελευταία αναβολή φέρεται να συνδέθηκε με αλλαγή εισηγητή και την ανάγκη πληρέστερης μελέτης του ογκώδους φακέλου.
Μια υπόθεση με ιστορία δεκαετιών
Η διαμάχη δεν είναι καινούργια. Οι ρίζες της φτάνουν πίσω στο πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο της Βουλιαγμένης και στη λεγόμενη «σύμβαση Κατσαφαρόπουλου» του 1951.
Ο αρχικός πολεοδομικός σχεδιασμός προέβλεπε τη δημιουργία σημαντικών κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, αλλά και εκτάσεων που θα παρέμεναν ελεύθερες από δόμηση.
Στην πορεία, ωστόσο, ακολούθησαν τροποποιήσεις του ρυμοτομικού σχεδίου, οι οποίες, σύμφωνα με την πλευρά του Δήμου, αλλοίωσαν σταδιακά τον αρχικό χαρακτήρα της περιοχής και περιόρισαν τις εκτάσεις που προορίζονταν για κοινόχρηστες χρήσεις και πράσινο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 2021 το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης σε έκταση 288,7 στρεμμάτων.
Στόχος του Δήμου ήταν να διατηρηθεί ο χαρακτήρας της περιοχής και να αποτραπεί η περαιτέρω οικοδομική αξιοποίηση των εκτάσεων.
Η θέση της Εκκλησίας
Απέναντι στην επιλογή αυτή βρίσκεται η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία επικαλείται τα εμπράγματα δικαιώματά της στις επίμαχες εκτάσεις.
Η εκκλησιαστική πλευρά υποστηρίζει ότι η περιουσία της δεν μπορεί να παραμένει δεσμευμένη χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και χωρίς την προβλεπόμενη αποζημίωση, ενώ επιδιώκει τη δυνατότητα αξιοποίησης των ακινήτων της, πάντοτε υπό τους πολεοδομικούς περιορισμούς που ισχύουν.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο την κυριότητα των ακινήτων, αλλά και το κατά πόσο μπορεί μια έκταση ιδιωτικής ή εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας να δεσμεύεται για πολεοδομικούς και περιβαλλοντικούς σκοπούς για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η συμφωνία που έμεινε στα χαρτιά
Πριν η υπόθεση επιστρέψει στις δικαστικές αίθουσες, Δήμος και Εκκλησία είχαν επιχειρήσει να βρουν συμβιβαστική λύση.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας που είχε συζητηθεί, από τα συνολικά 362 στρέμματα περίπου 121 στρέμματα, δηλαδή το 33,4%, θα περνούσαν στον Δήμο, ώστε να διατηρηθούν ή να μετατραπούν σε χώρους πρασίνου.
Τα υπόλοιπα περίπου 241 στρέμματα θα παρέμεναν στην Εκκλησία και θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν με βάση τους ισχύοντες, σχετικά χαμηλούς, όρους δόμησης.
Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Έτσι, η προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης κατέρρευσε και η αντιπαράθεση συνεχίστηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Το κρίσιμο ερώτημα ενώπιον του ΣτΕ
Το Συμβούλιο της Επικρατείας καλείται τώρα να εξετάσει τη νομιμότητα των διοικητικών και πολεοδομικών πράξεων που βρίσκονται στο επίκεντρο της διαφοράς.
Στο μικροσκόπιο του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου αναμένεται να βρεθούν ζητήματα που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος, τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, τις προϋποθέσεις επανεπιβολής ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, αλλά και την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
Κομβικό θεωρείται και το ζήτημα της αποζημίωσης. Η νομολογία έχει διαμορφώσει αυστηρό πλαίσιο για τις περιπτώσεις όπου μια ιδιοκτησία παραμένει δεσμευμένη επί μακρόν για πολεοδομικούς σκοπούς, χωρίς να προχωρά η διαδικασία απαλλοτρίωσης και αποζημίωσης του ιδιοκτήτη.
Η απόφαση που θα κληθεί να λάβει το ΣτΕ δεν θα αφορά, επομένως, μόνο το μέλλον των συγκεκριμένων εκτάσεων στη Βουλιαγμένη. Μπορεί να αποτελέσει σημαντικό προηγούμενο για τον τρόπο με τον οποίο ισορροπούν στην πράξη η προστασία του περιβάλλοντος και του κοινόχρηστου χώρου με το δικαίωμα αξιοποίησης της ιδιωτικής και εκκλησιαστικής περιουσίας.
Και όλα αυτά σε μια περιοχή όπως η Βουλιαγμένη, όπου κάθε τετραγωνικό μέτρο έχει ιδιαίτερα υψηλή αξία και όπου η όποια απόφαση για το μέλλον των 362 στρεμμάτων αναμένεται να έχει έντονο περιβαλλοντικό, πολεοδομικό αλλά και οικονομικό αποτύπωμα.
